Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Κυνηγώντας με το γέρο-Αντώνιο

Χαθήκαμε. Ο γερο-Αντόνιο με προσκάλεσε να κυνηγήσουμε ελάφια και τα κυνηγήσαμε, ναι, αλλά δεν τα προφτάσαμε. 'Οταν το αντιληφθήκαμε ήμασταν πια στη μέση της ζούγκλας, στη μέση της βροχής, κυκλωμένοι από τη νύχτα.
- «Χαθήκαμε», λέω άσκοπα.
- «Ναι, μωρέ», λέει ο γερο-Αντόνιο, που δεν φαίνεται και πολύ ανήσυχος.
- «Πρέπει να βρούμε το δρόμο του γυρωμού», ακούω τη φωνή μου να λέει και προσθέτω: «Έχω πυξίδα».
Ζαρώνω κάτω από ένα δέντρο, βγάζω το χάρτη, το υψόμετρο και την πυξίδα. Κάνοντας επίδειξη, περιγράφω το υψόμετρο από το επίπεδο της θάλασσας, τη βαρομετρική πίεση, βαθμούς και χιλιοστά, σημεία αναγνώρισης κι άλλα τέτοια. Μετά από λίγη ώρα τεχνικών και επιστημονικών επιδείξεων, σηκώνομαι όρθιος και με την πυξίδα στο χέρι δείχνω προς μια γωνιά της νύχτας, λέγοντας με σιγουριά και τραβώντας προς αυτή την κατεύθυνση: «Είναι προς τα κει».
Ο γερο-Αντόνιο αρχίζει να περπατά πίσω μου.
Περπατήσαμε κάμποση ώρα, χωρίς να φτάσουμε σε κανένα γνωστό σημείο. Εγώ αισθανόμουν ντροπιασμένος από την αποτυχία των σύγχρονων επιστημονικών μεθόδων και δεν ήθελα να γυρίσω προς τα πίσω, στον γερο-Αντόνιο που με ακολουθούσε χωρίς να λέει λέξη. Κάποια στιγμή φτάσαμε μπροστά σ' ένα βουνό από σκέτη πέτρα, που σαν λείος τοίχος αντιστεκόταν στο πέρασμά μας. Τα τελευταία υπολείμματα περηφάνιας που μου απέμεναν έγιναν θρύψαλα όταν είπα με δυνατή φωνή: .
- «Και τώρα;»
Και τότε μόνο μίλησε ο γερο-:Αντόνιο:
- «Οταν δεν ξέρεις τι ακολουθεί, βοηθά πολύ να κοιτάς προς τα πίσω».
Τραβά τη ματσέτα από τη θήκη και, ανοίγοντας δρόμο μέσα από τους θάμνους, παίρνει μια νέα κατεύθυνση. Σε μερικά λεπτά έχουμε ξαναβγεί στον κυρίως δρόμο και οι αστραπές αναγγέλλουν το σκοτεινό περίγραμμα του χωριού του γερο-Αντόνιο. Μουσκεμένοι και κουρασμένοι, φτάσαμε μέχρι την καλύβα του. Καθίσαμε. Εγώ έσπασα τη σιωπή και τον ρώτησα πώς είχε βρει το δρόμο της επιστροφής. «Δεν τον βρήκα», μου απαντά ο γερο-Αντόνιο. «Δεν ήταν εκεί. Δεν τον βρηκα.
Τον έκανα. Όπως γίνεται πάντα. Περπατώντας, ντε. Εσύ φαντάστηκες ότι ο δρόμος υπήρχε κάπου κι ότι οι συσκευές σου θα μας έλεγαν προς τα πού βρισκόταν ο δρόμος. Αλλά όχι. Κι έπειτα φαντάστηκες ότι εγώ ήξερα πού βρισκόταν ο δρόμος και μ' ακολούθησες. Αλλά όχι. Εγώ δεν ήξερα πού βρισκόταν ο δρόμος. Αυτό που πράγματι ήξερα ήταν ότι έπρεπε να φτιάξουμε το δρόμο μαζί. Έτσι και τον φτιάξαμε. Έτσι φτάσαμε εκεί που θέλαμε. Τον φτιάξαμε το δρόμο. Δεν ήταν εκεί».

«Αλλά γιατί μου είπες πως όταν κάποιος δεν ξέρει τι ακολουθεί πρέπει να κοιτάξει προς τα πίσω; Δεν είναι για να βρει το δρόμο της επιστροφής;» ρωτώ.
«Όχι, μωρέ», απαντά ο γερο-Αντόνιο. «Όχι για να βρει το δρόμο. Είναι για να δει πού ήταν πριν και τι συνέβη και τι ήθελε. Μοναχά περπατώντας φτάνεις. Δουλεύοντας ντε, αγωνιζόμενος. Είναι το ίδιο».